2.7.07

to have and to hold


Ξαφνικα ενιωσα τη μοναξια να με κατατροπωνει. Ηταν περασμενες 12, ειχα πιει κατιτις - ειχαν σαμπανια και μ'αρεσει το παιχνιδι των φυσσαλιδων και του σαλιου, κανουν τραμπαλα το ενα με το αλλο και φυγαδευουν ευκολα τις σκεψεις. Ειχα ηδη μιλησει με ολους και ειχα ηδη φλερταρει με τη συζυγο του αφεντικου - οχι οτι το συνηθιζω αλλα ηταν ιδιαιτερα γοητευτικη και μου εδωσε το δικαιωμα να αστειευτω λιγακι. Η Μ. ηταν μια κουκλα και την ηθελα διπλα μου αλλα δεν τολμουσα να την στερησω απο το σοι που ειχε μαζευτει απο τα περατα του κοσμου. Ξανθιες μπουκλες κρεμμαστηκαν δεξια και αριστερα στο προσωπο της και το σαγηνευτικο ρουχο που ελουζε τη φιγουρα της λικνιζοταν στους ρυθμους της μουσικης. Ενιωσα το μαχαιρι αλλη μια φορα, να στριφογυριζει αργα αργα, απο δεξια προς τ'αριστερα, αργα, με ενταση στην αρχη και μετα σιγα σιγα με ηρεμια και προθεση να κανει ζημια. Τι να'ναι αυτος ο πονος, σφαχτης σχεδον που απαιτουσε προσοχη. Η Δ. να με κοιταει συνεχως με ενα ποτηρι να κρεμμεται απο το χερι της, η αδερφη της η Λ. εχει πιει και χορευει ασταματητα με παθος. Η Λ. ειναι γεματη γυναικα, με μεγαλο μπουστο που καποια μερα θα δωσει γαλα σ'ενα παιδι, εχει γοφους στρουμπουλους που θα ανοιξουν μια μερα να δεκτουν το "θειο" δωρο, η γεννα και το παιδι θα ακολουθησουν! Παραπερα ο Μ. φωναζει τον Ν., τον αγγιζει παντου, πειραζουν ο ενας τον αλλο και χαμογελανε. Ειναι ωραιος αντρας ο Ν. και ο Μ. το εχει προσεξει. Σκεφτομαι πως να ειναι να εισαι για παντα μονος, χωρις ενα συντροφο και χωρις καπου να γυρεις το κεφαλι σου τα βραδυα. Μια αναπνοη στο πισω μερος του λαιμου σου, ενα καλημερα το πρωι να ξερεις οτι ανηκεις και ενα φιλι το βραδυ να ξεδιψαει ολες σου τις εγνοιες. Με βλεπω στον Μ. και ανασαινω - η ανασα γινεται ενα με το αερακι της βραδυας και τρεχη ξεφρενη στην αλλη ακρη της πολης να σε βρει.

Η νυφη, ξαφνου βρισκεται στο μπαρ, με το νυφικο να δειχνει πολυελαιος στον ωμο της και να ζωγραφιζει μια ωραιοτατη φιγουρα αναγεννησιακη. Ο ευτυχισμενος οχλος τους ακολουθει και ριχνει διαφορα προς το μερος τους, χαρτοπετσετες, λουλουδια, ρυζια (εχουν μεινει απο το απογευματινο show) και αλλα τοσα. Προφανως τους ψυχαγωγει το γεγονος, προφανως δεν εχουν ζησει στιγμη μοναξιας, πιθανον να ξερουν να τα βαζουν ολα πισω τους και να θυσιαζονται και αυτοι στο βωμο της διασκεδαστικης φρενιτιδας. Εγω παρεμεινα στην καρεκλα μου, εκανα αλλο ενα τσιγαρο και το φυσηξα προς την πολη. Ηθελα να ερθει να σε βρει και να σου πει οτι μου λειπεις, οτι θα ηθελα να ησουνα εδω, οτι θα ηθελα να ησουνα ΕΔΩ... Το αερακι αλλαζει πορεια και μου επιστρεφει τον καπνο, φερνει μαζι του ενα αλλοπροσαλο θυμο που ανακατευει τα λιγοστα μου μαλλια και χαστουκιζει το προσωπο. Κανω σκεψεις, για Κυριακες που θα ειμαι μονος, για βραδυα που θα φευγω απο το σουπερ και δεν θα εχω αγορασει κατι για σενα, παρα μονο οτι χρειαζομαι εγω, μονο εγω. Δεν θα κοιταω τα μπλουζακια και δεν θα σκεφτομαι οτι θα σου παει αυτο το χρωμα. Τα πρωινα θα ειναι κρυα και η κουβερτα θα ειναι σαν αντισκηνο προσφυγων, το μαξιλαρι θα εχει παρει τη θεση των ματιων σου και το καλοριφερ θα ζεσταινει το σπιτι σαν το βλεμμα σου εκεινο το βραδυ της 21ης.

Η αναπαυλα των σκεψεων με φερνει αντιμετωπο με το κινητο, ενα τερας που τελευταια μου παει κοντρα. Οι εκστασιασμενοι συγγενεις εχουν ξεφυγει απο το σκηνικο του ανθρωπινου ειδους, τωρα τα νταουλια εχουν αναψει φωτιες και το μονο που ακους ειναι ενα συνεχομενο "..σςςςςςςςςςςς..." που πολεμαει τις σκεψεις τους και προσπαθει να τις κουκουλωσει. Φυσαω στον ανεμο, να φυγει θελω το μηνυμα να'ρθει να σε βρει. Ο Σ. με αγκαλιαζει, ο Ν. φυσαει τον καπνο απο το πουρο του και η Α. χαιδευει τα μαλλια της Μ. Ο ενας εχει τον αλλο - τελικα τι μοναχικο σκηνικο που μπορει να ειναι ενας γαμος; Ενα, δυο, τρια και βρισκομαι ορθιος, στα ποδια μου. Σχεδον...

1.7.07

the carrier


“...Here is the deepest secret nobody knows.
Here is the root of the root and the bud of the bud
And the sky of the sky of a tree called life;
Which grows higher than soul can hope or mind can hide.
And this is the wonder that's keeping the stars apart.
I carry your heart.
I carry it in my heart...”

E. E. Cummings (American poet 1894-1962)

για σενα
for you
pour toi

30.6.07

here comes the rain...


Ξυπνησα με ματια πρησμενα, σχεδον κολλημενα. Ανοιξα με κοπο τα παραθυρα και αναμενοντας να εισπνευσω τον καθαρο αερα αντιμετωπισα τη θυελλα. Ενας κυκεωνας σκεψεων και αντιδραστικων στοιχειων, ολα αποτελεσμα της πλασματικης πραγματικοτητας του ονειρου μου. Εξω φυσουσε, μαινοτανε ο παππους θυμωμενος αλλα και απομακρος. Κατι μου θυμιζει, κατι μου μυριζει. Στις 4 η ωρα το πρωι ποτιζα το δυοσμο μου στο μπαλκονι - Θεε και Κυριε, εχει γινει ενας δρακος. Μεγαλωσε, εγινε ψηλος σαν "κυπαρισσι". Η γευση παραλληλη με την οψη - το θεαμα καταπραυντικο. Διπλα καμαρωνει τωρα πια το δεντρολιβανο του Π. Στητο και με στομφο φωναζει για κοτοπουλακι στο φουρνο με πατατουλες και λιωμενο βουτυρο - μια επεμβαση στον εσωτερικο χωρο του πουλιου, μια εισβολη απο θυμαρι και δεντρολιβανο στα privates του. Η γευση του καφε με προκαλει και με προσκαλει σε μονοπατια της πολης που περπατησαμε μαζι. Ενα τηλεφωνο μακρια πεφτει η φωνη σου - μουσικη και γαληνη. Δεν μπορεις. Αφηνω τις σκεψεις μου στο σπιτι να αναρωτιουνται που παω και οδευω προς downtown. Ειναι η μερα για βολτες, αγορες και προσωπικο χωρο - δικο μου χρονο.

Εξω, ο πινακας κυμαινεται απο ανεμελο Van Gogh που εξυμνειει τη φυση, σε αυστηρο Pollock που δινει γραμμη στη σοβαροτητα αλλα και χαος. Ο κοσμος λιγοστος, πολλοι εχουν φυγει απο την πολη εγκαταλειποντας για λιγο τις σκεψεις τους και οι αλλοι ριχνουν υπνους μετα το χθεσινο πανηγυρι. Μια κυρια στο δρομο, διπλα μου, φοραει μια ρομπα με εντονα floral μοτιβα και κουβαλαει σαν καμηλα τα ψωνια της βδομαδας - εχει την καμπουρα της καμηλας αλλα και την αντοχη της απ'οτι βλεπω. Ειναι στα 60 κοντα, ρυτιδιασμενη και αφυδατωμενη (κουρασμενη απο το περασμα του χρονου - φαινεται πολυ η ταλαιπωρια στα ματια της) δειχνει να εχει αφεθει τελειως στο χρονο και στο πονο-σωμα της. Ξαφνου, πεφτουν μεγαλες σταγονες βροχης απο τον ουρανο και η κυρια floral αναγκαζεται να αφησει για λιγο το βαρος που κουβαλα (τις σακουλες) και να ψαξει για την ομπρελλα της. Αν ητανε πινακας ζωγραφικης θα ητανε το κοριτσι με το σκουλαρικι (στο δικο μου κοσμο) και οι εργατριες που σκυβουν στα χωραφια (στο δικο της). Την αφηνω και τρεχω σ'ενα υποστεγο - βρεχει καταρρακτωδως και η βροχη παραειναι λυτρωτικη.

Στο λεωφορειο σκεφτομαι το μαλλινο πουλοβερ το βρεγμενο. Οχι αυτο που φοραμε ενιοτε, αυτο που αισθανομαστε συχνα. Το εχω ταυτισει με συναισθημα, με σκεψεις που βαραινουν και που φορτωνουν το νου. Εχει την αισθηση του βρεγμενου μαλλινου που ειναι τοσο βαρυ και τοσο δυσφορο που σε αναγκαζει να το βγαλεις κι'ας εκτεθεις στο κρυο. Η βροχη το κανει πιο μεγαλο, εισχωρουν οι σταγονες αναμεσα στις ινες του σαν μικροι εισβολεις με θρασος δυσαναλογο με το μποι τους. Ανοιγουν πορτες και παραθυρα και ενοχλουν τους ανεμελους κατοικους τις Πουλοβερουπολης, κανουν φασαρια και τραβανε καθε ινα, μακραινοντας την, διπλασιαζοντας την σχεδον σε μηκος. Ειναι ενα συναισθημα το οποιο εχω οπτικοποιησει με αυτο το πουλοβερ καθως περνανε τα χρονια - αυτο το feeling που λεμε "με βαραινει". Κι'ολα αυτα λογω βροχης. Μπορα ειναι, θα περασει?

Αισθανομαι οτι εχω φταιξει, οτι εχω κανει κατι κακο. Ισως να ειναι αληθεια, ισως επρεπε να το χειριστω αλλιως. Ελα που η ανασφαλεια εισβαλλει μερικες φορες και αναστατωνει. Ελα που με αγχωνει η συνεχεια - το αυριο χωρις αυτη την πολυποθητη αλλαγη. Η οικονομικη αλλαγη αλλα και η ασφαλεια, το ενα φερνει τ'αλλο και τα δυο τη γαληνη. Δεν πειραζει, εχει γινει μια αρχη και ειναι καλο μου λενε πολλοι. Χαιρομαι που εχει γινει μια αρχη - ζησε το τωρα και μην μελαγχολεις για το μελλον. Το ηθελα πολυ ομως, μου πηρε καποιες μερες να το αποφασισω αλλα τοτε, εκεινη την Κυριακη, ειχα αποφασισει πως ηθελα να το κανω. Να προχωρησω, να το αλλαξω το πουλοβερ και να βαλω ενα t-shirt. Ειναι ενα μπλε t-shirt με ενα ροζ ταρανδο - με δροσιζει και θελω να αντικαταστησω το μαλλινο με το βαμβακερο. Να βαλω σαγιοναρες και να περπατησω στην αμμουδια, να τις βγαλω και να αφησω την αμμο να αγκαλιασει τα δακτυλα μου, να τα γλειψει με την αλμυρα της και να κανει ερωτα με τις πατουσες μου. Θυμησες απο εκεινο το βραδυ.

Εφτασα στον προορισμο μου, ειχα καιρο να δω την πολη - χωρις τα ματια σου, μου ελειψαν πολυ. Ενας κυριος με ρωταει για μια διευθυνση, μια πορτα αγνωστη στην μεση της πολης. Αγοραζω νερο και περιοδικα, κατευθυνομαι προς ενα βιβλιοπωλειο και κλεινω πισω μου την πορτα στη βαβουρα. Θα χαθω για λιγο, εδω στον χαρτινο κοσμο του παραμυθιου και μετα θα πιω καφε. Θα κλεισω την πορτα πισω μου και θα περιμενω να περασει η μπορα. Ο ουρανος θα γινει πιο γαλανος.

Σε φιλω