Showing posts with label strangers. Show all posts
Showing posts with label strangers. Show all posts

23.5.07

Το ξυπνημα της Χιονατης


Ανοιξα τα ματια μου και αντικρυσα το σκοταδι του δωματιου. Μια μικρη χαραμαδα απο το παραθυρο αφηνε ελευθερη μια μικρη κλωστη φωτος που συστηματικα μεταφεροταν ολοενα και πιο αριστερα. Πρωι Δευτερας και ενιωσα μεσα μου την πικρη απογοητευση της Κυριακης, λιγες ωρες μας χωριζαν απο εκεινο το ομορφο βραδυ με τις εκθαμβωτικες λαμψεις και τα λουλουδια. Μικρα λουλουδια, ομορφα λουλουδια, λουλουδια απο το μπαλκονι που ειδαμε το ηλιοβασιλεμα (ετσι για να μην λες). Κερακια που σιγοκαινε στα ματια του φερνουν πισω τις θυμησες τις βραδυας στο μαξιλαρι μου και αποφασιζω να το αποχωριστω.

Το πρωινο κυλαει ησυχα, παραμενει η αδιαθεσια ομως που κονταροκτυπιεται στο επακρον με τη μοναξια. Τα ματια μου καινε και εκλιπαρουν για λιγο υπνο ακομη. Μια σειρηνα απομακρυνεται και δημιουργει εντυπωσεις καθως ξεπλενω τα δοντια μου και κοιταω στον καθρεφτη για να επιβεβαιωσω οτι ξυπνησα. Το μελαγχολικο μου χαμογελο δενει με τις αναμνησεις και κανουν ερωτα στο πατωμα, οπως στα ονειρα. Ο μαχητης ερχεται απο μακρια να σωσει τη στιγμη αλλα σε μια σουρεαλ αναπαυλα κυλιεμαι και εγω στο ονειρο. Ο δρομος εξω ακουγεται θορυβωδης, ολοι τρεχουν αλλα τα δευτερολεπτα στο ρολοι δειχνουν να εχουν κολλησει. Ξαφνου τα μηνυματα αρχιζουν να κουδουνιζουν, το τηλεφωνο κτυπαει και οι ευχες γεμιζουν το δωματιο, η μανα μου εχει πολλα να μου πει - το δωματιο μου λεει με περιμενει, ποτε θα παω? Μιλαμε ασταματητα - και οι δυο, ειμαστε περιπου ιδιοι, ειναι καιρος τωρα που πιστευω οτι καταλαβε αλλα δεν μου εχει μιλησει. Συζηταμε για το ταξιδι μου, για τη δουλεια, θελω τοσο να της πω πως γνωρισα καποιον. Θα τον συμπαθουσε πολυ - μαγειρευει, φτιαχνει γλυκα, μαρμελαδες. Ειναι νοικοκυρεμενος και διαθετει μεγαλη καρδια. Να, μολις βλεπω την καρτουλα που μου χαρισε με τα λουλουδια, θα το εκτιμουσε και η μαμα. Σε μια προσπαθεια να παρει ανασα, εισβαλω στη συζητηση και προσθετω μια δοση αισιοδοξιας στον τονο της φωνης μου. Ρωταω για τον πατερα μου, τα ανηψια μου. Μιλαμε για την κα Ε. που εφτιαξε τουρτα για τον κο Γ. που ειχε τα 87 του γενεθλια. Κλεινοντας μου λεει ποσο με αγαπαει, ποσο περηφανη ειναι για μενα. Το αισθανομαι αλλα το αποβαλλω, δεν εχει κανενα λογο να ειναι περηφανη - ειναι μαλλον η απογοητευση που μιλαει αλλα θα ηθελα να ειμαι ειλικρηνης μαζι της, να της ανοιξω την καρδια μου και να της πω τα παντα. Στο επομενο δυωρο τα τηλεφωνα με κρατανε σε εγγρηγορση - ειναι ομορφο που με θυμηθηκαν τοσοι και τοσοι. Σκεφτομαι πως εκεινος με ξεχασε και γυρναω το βλεμμα προς τα λουλουδια - και αυτα του μπαλκονιου και αυτα τα αγορασμενα. Ειναι ελπιδες ζωης αυτα τα λουλουδια. Το κινητο κτυπαει. Το μηνυμα του φτανει στην αγκαλια μου και με μια ανασα με δροσιζει. Με ανακουφιζει οτι δεν με ξεχασε και οτι με θυμαται. Μου μιλαει μαλακα, εχει ενα υφος που τα παντα ηρεμει, τα παντα σαγηνευει. Φευγω απο το σπιτι, με πηρε τηλεφωνο η Μ. Θελει να βρεθουμε για καφε και υποχωρω, ειναι η μονη που θελω να δω. Εκεινος ειναι σπιτι και με δελεαζει να βγω το βραδυ. Ειναι σαν δωρο σ'ενα μικρο παιδι - "...αν φας ολο σου το φαγητο, θα σου παρω παγωτο...". Μου υποσχεται να περασει να με δει το βραδυ, να περασει λιγες στιγμες μαζι μου και να με φιλησει με ευχες. Εγω δυσκολευομαι, το χρυσοψαρο εχει πνιγει και η Δ. μας περιμενει. Δεν λεω καθολου ψεματα, αισθανομαι οτι το χρυσοψαρο εφυγε μακρυα. Πλεει σε πελαγη μακρυνα και αναρωτιεται πως εχασε παλι το μονοπατι του αφου ηταν στο σωστο δρομο. Δισταζει αλλα χαμογελαει στην ιδεα να τον δει. Το χρυσοψαρο και η καρδια μου σπαρταρουν.

Για αλλη μια φορα, λιγο πιο περα απο την λογικη, βολταρω στα στενοσοκακα του αυθορμητισμου. Παιρνω το δρομακι που με εβγαλε τις προαλλες στο συντριβανι, εκει που τον αντικρυσα και χαθηκα στα ματια του. Αυτα τα ματια εχουν κανει τη μεγαλυτερη ζημια, ειναι ορθανοικτα, εκτος απο οταν γκρινιαζει (λιγο) και με κοιτανε εντονα. Οπως ακριβως θελω. Φτανω πρωτος στης Δ. και αρχιζουμε να στηνουμε τραπεζια και να τα στολιζουμε με ομορφα σουπλα και χρωματιστες πινελιες. Ειναι σαν να μην θελω να ειμαι εκει αλλα η προσμονη και η επιθυμια με εχουν στησει για τα καλα. Ποναει το στομαχι, δεν το πηρα χαμπαρι αλλα δεν εβαλα μπουκια απο το πρωι. Μυρισα ενα ομορφο ροδο μονο, γευτηκα τη μυρωδια του. Στην ταβερνα παρακατω μια μεγαλη παρεα γιορταζει καποιον και πινει λαιμαργα το κρασι της ζωης, καπου ακουγεται και ενα μικρο αγορι με μπαγλαμα να ουρλιαζει για ενα ταληρο. Τα παιδια εχουν ερθει να με τιμησουν και πρεπει να ειμαι προσεκτικος, μου εφεραν δωρα. Ο Θ. με παρατηρει σιωπηλος, ειναι η αιτια που χαμογελαω και που ζω αυτο το κατι. Καπνιζει διπλα μου το εικοστο του τσιγαρο και σιγοβραζει μεσα του απο ανυπομονησια για το μετεπειτα ραντεβου. Η ωρα κυλαει ομορφα, τον σκεφτομαι, τα καραφακια αδειαζουν ευκολα και τον σκεφτομαι μακρυα μου. Η σαλατα και το κοτοπουλο μου προκαλουν δυσφορια, μαλλον δεν θελω να φαω αλλο. Η Δ. μας φερνει γλυκο και τα παιδια εχουν ξετρελαθει, ο Θ ζηταει λιγο ακομη, σπανιως τον βλεπω να δοκιμαζει αχορταγα το γλυκο μετα το δειπνο. Ο Γ. μου κανει νοημα οτι καταλαβαινει και προφανως περναει και αυτος κατι. Τα ματια του υγρα οπως παντα, εξιστορουν την απογοητευση αλλα και τη χαρα. Τον βλεπω να ερχεται απο μακρυα και η καρδια μου πεταγεται. Ειναι μια ομορφη εικονα που προσεγγιζει την αυρα μου και την ζωντανευει - τα κρυα και χλωμα χρωματα γινονται ξαφνικα δροσερα, χαρουμενα και γεματα. Παιρνω φωτια και τον βαζω να καθισει διπλα μου, με φιλαει αλλη μια φορα και μου προσφερει αλλο ενα δωρο - λες να μην ηταν αρκετα ολα αυτα? Τα ματια του λαμπυριζουν και μου χαμογελανε στοργικα. Ακουμπαει το χερι του κοντα στο δικο μου, στο ποδι μου απανω συναντιονται και τα δυο αφου εχει προηγηθει ο ποθος και η αγωνια. Αραγε εκανε καθολου σκεψεις για μενα σημερα? Μου χαιδευει το μικρο μου δακτυλακι και εγω αισθανομαι τη φωτια μεσα μου να καιει και να φουντωνει. Ποσο θελω να εχω αυτον τον ανθρωπο στο κρεβατι μου αποψε? Ποσο θελω να τον κοιταω να κοιμαται και να μην ανησυχω για τον υπνο, για το αυριο? Το δωρο του ενα παραμυθι, η καρτα μια ευχη για μια ζωη παραμυθενια που ισως να μην μπορεσουμε να εχουμε ποτε. Ο μικρος στρατιωτης μεσα μου, ακομη λαβωμενος απο τα χθεσινα κτυπηματα αισθανεται και παλι το σκιρτημα. Μου προτεινει να με πεταξει μεχρι το σπιτι, προφαση, δικαιολογια ή απλα ομορφια? Εγω στην αρχη αντιστεκομαι, παλευω με τον γιγαντα αλλα βλεπω οτι δεν οφελει, θελω πολυ να τον εχω διπλα μου λιγο ακομη. Περπαταμε μεχρι το αυτοκινητο και αισθανομαι σαν ζευγαρι, σαν δυο ατομα που ειναι μαζι και εχουν πολλα κοινα. Αισθανομαι την ενταση, βλεπω τους τιτλους του τελους αλλα και την αρχη της ταινιας μαζι. Αποψε τελειωνει μια εποχη και ξεκιναει μια καινουργια, με χρωματα διαφορετικα, μυριζει αλλιως και προδιαθετει για την ανοιξη και το φθινοπωρο μαζι.

Τα κλειδια στην πορτα γυρνανε με μανια και αφηνουν τους perfect strangers in the night να μπουν στο σκοταδι του μικρου διαμερισματος. Του δειχνω το σπιτι και μιλαμε αβιαστα. Ετσι ειναι παντα, ειναι ολα τοσο αβιαστα, τοσο ψυχραιμα, ολα εκτος απο την επιθυμια μας. Τον ξεναγω στο υπνοδωματιο οπου και παιζει το πρωτο παιχνιδι. Με σπρωχνει στο κρεβατι και μου πιεζει ενα φιλι στα χειλη. Το θελω το φιλι του και αναστεναζω στο τρυφερο αλλα και δυνατο τεμπο της γλωσσας του. Ανακατευω τα μαλλια του και χαιδευω το κορμι του που σφιζει απο ποθο, τα ματια μας ταξιδευουν στο κορμι και στη ψυχη. Κυλιομαστε στο κρεβατι σαν κρεμα σ'ενα μπολ που την ανακατευει μια χοντρη μαγειρισσα με περισσια δυναμη. Ειμαστε τα συστατικα σε μια αναλαφρη συνταγη, μια πετυχημενη δημιουργια, η επαναληψη μιας επιτυχημενης ταινιας που καθηλωνει τους θεατες της. Νυσταζει ομως και αγχωνομαι οτι θα φυγει. Θελω να μεινει παντα εδω, να τον βλεπω να κοιμαται, να τον προσεχω. Μου δηλωνει την επιθυμια του να μεινει, τα ματακια τα λαμπερα ειναι μισοκλειστα και αναφερονται στην κουραση της ημερας. Μου'ρχεται στο μυαλο το φιλι της Παρασκευης, το αγγιγμα της Κυριακης, η αγκαλια της Δευτερας. Ιδρωνω και το προσεχει. Με πειραζει, με χαιδευει, δημιουργει ατελειωτες αναμνησεις και στολιζει τη ζωη μου με δαντελωτα ονειρα. Θα μεινει το βραδυ μαζι μου, το χερι του ταξιδευει στο κορμι μου και φανταζομαι την αναπνοη του στο λαιμο μου καθε πρωι. Τα ρουχα εχουν γινει ενα στον καναπε και τα χερια μας μαζευουν τα ασυμαζευτα. Αγκαλια στην αγκαλια με προειδοποιει οτι ροχαλιζει, αχ το πιο γλυκο μουσικο οργανο οπου η καθε βελουδενια νοτα του κανει τη διαφορα στην καθημερινοτητα. Ξαπλωνουμε μαζι στο κρεβατι μου, φιλιομαστε παθιασμενα αλλα και ησυχα, αρπαζουμε ο ενας τον αλλο και ανακαλυπτουμε σημεια και τερατα. Αγγιζω το σφριγηλο του κορμι και χαιδευω με παθος τα οπισθια του που με απογειωνουν σ'ενα μακρυνο ταξιδι μεχρι την ανατολη. Στο στηθος του η καρδια του κτυπαει δυναμικα και δμιουργικα και απελευθερωνει για αλλη μια φορα τις πεταλουδες μεσα μου. Καπου καπου κλεινει τα ματια του και εγω μενω να τον χαζευω, να αναπνεω την αναπνοη του, να μυριζω τα μαλλια του τριχα-τριχα. Επιτελους ο ουρανος μου φεγγοβολαει απο τον λαμπερο του ηλιο. Μπαινει απλετο το φως του απο το μικρο μου παραθυρακι κατευθειαν στην καρδια. Αγκαλιαζομαστε και κλεινουμε τα ματια - κοιμαται στην αγκαλια μου. Εγω κοιμαμαι και ξυπναω. Τον χαιδευω για να νιωσει ασφαλεια, να αισθανθει ομορφα. Κοιμαται στην αγκαλια μου.


"Καλημερα γλυκο μου..."

19.5.07

Ταλγκο 18.05


Ξυπνησα νωρις, βγηκα στο μπαλκονι και χαιδεψα την αυγη. Ημουν μουδιασμενος απο το χθεσινοβραδυνο και κατεληξα να χαιρεταω το πρωτο αεροπλανο της ημερας που περασε με στομφο πανω απ'το σπιτι μου. Συννεφα της αυγης εχουν κατακλυσει και παλι τον οριζοντα, ειναι σημαδιακο το πως εχει αλλαξει ακομη και η συμπεριφορα της φυσης απεναντι μας. Η συμπεριφορα των ανθρωπων εχει αλλαξει προ πολλου και μαστιγωνει, σχεδον μαχαιρωνει τα παιδια των αστεριων. Σκεφτηκα να ξαπλωσω παλι, τα σεντονια δεν ειχαν τιποτα να προσφερουν μπροστα στα βελουδενια και μεταξωτα ριχταρια της χθεσινης μας βραδυας. Το χορταρακι ηταν καταπρασινο και πλεγμενο στα μαλλια μας, οπως και καποιο συναισθημα, καποια λογικη, ισως και τα αστερια που επεφταν...


Στις 9 το βραδυ συναντηθηκαμε στο συντριβανι που πλατσουριζε με λαιμαργο υφος και εγλυφε το μαρμαρο γυρω του. Το βραδακι εδειχνε γλυκο αλλα με υποτονικες πινελιες, σχεδον μαθημα ζωγραφικης ενος αλλου καιρου, περισσοτερο ρομαντικου και αληθινου. Το χαμογελο του με τσιμπαει μια στην καρδια και μια στο μαγουλο αφου λαμπυριζει το ματι του με το που με βλεπει. Φοραει ενα λινο πουκαμισο που του παει πολυ και μου γερνει το κεφαλι. Γνωριζουμε και οι δυο τι θα ειπωθει αποψε και ειμαστε σχεδον τρομαγμενοι, το χαμογελο ομως αντιστεκεται και δειλα-δειλα εμφανιζεται. Χαιρετουρες και φιλια. Θελω να του σφιξω το κορμι του κοντα στο δικο μου και να του δηλωσω οτι μ'αρεσει. Να δηλωσω λεει... Λες και ειναι φορολογικη δηλωση, απαιτει πιστοποιητικα και χαρτια, σφραγιδες απο αρμοδια γραφεια και αναλογες κινησεις εντυπωσιασμου. Οχι! Αυτο ειναι κατι πιο αγνο, κατι πιο αληθινο. Μου φαινεται πως ψιχαλιζει και η πεινα μου δινει τη θεση της στο λεωφορειο στο αγχος και την ανυπομονησια. Ενα λεωφορειο που μας πηγαινει παντου φορτωμενο με συναισθημα. Στην πλατεια τα πιτσιρικια τρεχουν δεξια αριστερα, μια κυρια μαζευει αδεια κουτακια αναψυκτικων και εμεις περπαταμε προς το "Χρυσοψαρο'. Η Δ. για αλλη μια φορα, μας υποδεχεται υπερηφανη και λυγεροκορμη. Με βαζει στην αγκαλια της, λες και γνωριζει την πραγματικοτητα. Ειναι ενας ανθρωπος που πιστευω διαβαζει τις ψυχες μας, εχει ενα χαρισμα ασυγκριτο με ολα τ'αλλα. Τα σερβιτσια εμφανιζονται, το κρασι ρεει χαρουμενο και το ψωμακι καιει. Ειναι φρεσκο και προτεινω να το δοκιμασει. Μικρες μικρες οι μπουκιες του, χαριτωμενες και σεβασμιες, ανακατευονται με τα ομορφα του ματια και το χαμογελο που διπλωνει το πηγουνι του. Ολα αυτα, δεν τα ειχα σκεφτει χθες το βραδυ, τωρα μου'ρχονται χειμαρος. Ηταν το κρασι, ηταν η αναθεματισμενη προσμονη και η επιθυμια? Δεν μπορω να πω με σιγουρια. Παιρνουμε διαφορα φαγητα, η βρωση και η πωση ειναι ενα φαρμακο αποψε και αναλυουμε τα ποικιλα πιατα της Δ. με εξυπνες ατακες και υπονοουμενα. Του αρεσει να μαγειρευει προφανως, εχει ομορφα χερια, μαλακα.

"...Κριμα. δεν θα κανουμε μαρμελαδα μαζι..." του λεω.

Θα εκανε μαρμελαδα με φραουλες. Θελω να του πω πως θελω να τις κανουμε μαζι απο δω και περα. Μου μιλαει με γλυκα ματακια, με χαμογελο διαρκως και ειναι σαν να με θαυμαζει. Τρομαζω απο την υπερβολη της στιγμης και ψαχνω τα τσιγαρα μου. "Η στιγμη", που μας απασχολησε πολυ αυτες τις μερες ειναι και το αμετακλητο του παροντος και μαζι το παρελθον και το μελλον. Το συζηταμε αυτο, παρεα με το ξηρο κρασι της Δ. Δεν του αρεσε πολυ το κρασι, το χρειαζομαστε ομως για να μιλησουμε, κατι σαν βενζινη για το αυτοκινητο. Βαζεις μπρος και μετα ταχυτητα και εφυγες. Ενα ταξιδι, μια βολτα, ενα μακρινο ονειρο που ακομη δεν εχεις ζησει αλλα ειναι λες και ξερεις τα παντα για αυτον τον ανθρωπο. Τον βοηθαω με τα εδεσματα, τρωει λιγο, λες και προσπαθει να μιλησει αλλα δεν μπορει και εκμεταλλευεται καθε στιγμη μαζι μου. Θελω να τον φιλησω. Στο cd ηχει η Αλεξιου, ειναι μεθυστικη η διαθεση και η νυχτα ανηφοριζει για τα καλα. Τα γατια παλι δημιουργουν χαος και ενδιαφερον στους θαμωνες. Κανω το πεμπτο μου τσιγαρο και τα ματια του με παρακαλουν για ενα τσιγαρο. Μιλαει και τον ακουω. Ειμαστε μεγαλα παιδια και ευτυχως (με εψιλον κεφαλαιο) υπαρχει ο σεβασμος. Μου μιλαει για μια σχεση. Για εναν ανδρα που ειναι πολυ τυχερος που τον εχει. Δεν τον ξερω και ομως τον ζηλευω, πως εγινε αυτο τωρα? Ειναι ξεκαθαρος οσο και το βραδυ με τα χαμηλα συννεφα και τα διασπαρτα δειλα αστερια. Παιζει με το χαρτακι απο τα τσιγαρα μου, ειναι αμηχανος και απειρως γλυκος. Ειναι ομορφος και μ'αρεσει. Δεν καταλαβαμε καθολου πως περασαν αυτες οι τρεις μερες. Δυο ποτηρια στο τραπεζι, τι μικρη που ειναι η βραδυα για να χωρεσει ολο αυτο το συναισθημα. Σταγονα σταγονα το κρασι μας γαργαλαει και παρασυρομαστε σε ερωτικα παιχνιδια με λεξεις και εικονες. Δεν θελουμε να παμε στο σπιτι μας και δημιουργουμε δικαιολογιες, Ο Κ. με βλεπει τυχαια και με χαιρεταει. Ζηταω απο τη Δ. να πληρωσουμε γιατι θελω να φυγω, ειναι αργα και πρεπει να κοιμηθει, ειναι αργα και πρεπει να μιλησουμε, να μιλησουν τα ματια μας. Τα χειλη μας θελουν να πουν πολλα περισσοτερα, να κανουν βολτα στο κορμι του αλλου και να υποκυψουν στις σκεψεις που καναμε εδω και 3 μερες. Φαινεται επιπολαιο και παρατολμο, ειναι μολις 3 μερες μονο και μοιαζει να ειναι αστρο που τη νυχτα το σκαει.

Σκυβω και του ψιθυριζω οτι μου αρεσει. Ειμαστε στη "βεραντα". Ξαπλωμενοι στο βρωμικο τσιμεντενιο τερας που με τραβαει εδω και μηνες στην αγκαλια του. Κοιταμε τον ουρανο και περιμενουμε να πεσουν οι πρωτες σταγονες, ο ουρανος εχει ενα χρωμα πορτοκαλι, περαν απο το μουντο μαυρο. Ειναι γεματος ιστοριες και δακρυα, τα ριχνει τωρα που μας κοιταει απο ψηλα. Λες να γνωριζει? Ξαφνικα, ενα αερακι τον αγκαλιαζει και αυτος, σαν περιστερι ανακατευει τα φτερα του. Προτεινει να περπατησουμε, ψαχνουμε ανελλιπως δικαιολογια να φιληθουμε. Σηκωσε με αποψε ψηλα, παρε με μαζι σου ενα μακρυνο ταξιδι, ισως το αυριο να ειναι δικο μας - θελω να χορεψω μαζι σου ενα βραδυ με ματια κλειστα. Οι σκεψεις μου αμετρητες, με βασανιζουν και με θορυβουν, εχω τα λογια του Π. στο μυαλο και με ενοχλει που εχω μαθει να κραταω ζωντανη τη στιγμη. Αυτη η στιγμη ας ειναι αιωνια. Στο τελος της διαδρομης ειναι ενα παγκακι, ενας κυριος το εχει καταλαβει και δεν λεει να φυγει. Πηγαινοερχομαστε λες και δεν μας χωραει η πολη. Αδικα βασανιζομαστε και το ξερουμε, ειμαστε μεγαλα παιδια αλλα μαλλον μας ενοχλει το "πρεπει" και το "comme il faut". Με κοιταει με ματια βουρκωμενα, τα δικα μου βουρκωσαν προλιγου οταν τον ειδα να κραταει τις ασημενιες κορδελες απο τα τσιγαρα μου. Ηταν η στιγμη της αμηχανιας, η στιγμη της αποκαλυψης και τα κραταει λαφυρο. Μου χαιδευει το χερι και με κοιταει βαθια στα ματια. Ξαπλωνουμε στο υγρο χορταρακι και κοιταμε ψηλα. Ο υποπτος κυριος παραδιπλα, παραμενει διπλα μας και υποψιαζομαι πως απολαμβανει αυτο το χορο συναισθηματων και αναστατωσης. Κρυωνει και του χαιδευω τα μαλλια, εχει πολυ μαλακα μαλλια και θελω να τα φιλησω, να τα μυρισω. Μυριζει ωραια και του το λεω, ειναι ενας αδωνης που δεν το εχει ψηλιαστει ακομη. Το λινο πουκαμισο του σφιγγει το λαιμο μου και μου δημιουργει ενα ασφυκτικο κλοιο που δεν ενοχλει καθολου. Μυριζει ωραια και καθως μου χαιδευει το χερι του ψιθυριζω στο αυτι ενα ευχαριστω. Εδω και ωρα οι λεξεις ειναι ετοιμες να ταξιδεψουν, να δραπετευσουν και να κανουν ζημια, ειναι τοση η ωρα που καθομαστε αλλα δεν θελησαμε ακομη να ξεχασουμε αυτο το βραδυ. Το χερι του ταξιδευει, μιλαει με το κορμι μου και αναγνωριζει περιοχες. Του χαιδευω τη μυτη και αγκαλιαζω το κορμι του που εδω και ωρα με προκαλει. Καθως πιεζονται τα κορμια μας μαζι ακομη πιο κοντα, νιωθω την ελξη του, εντονη παρουσια που μαλιστα αναγγελει ευχαριστα μηνυματα. Απλωνει ενα φιλι του πανω στο στομα μου σαν θαλασσα πλατια, υγρο και ατιθασο, αντιστεκομαι αμηχανα γιατι μας βλεπουν. Παρολα αυτα, εχω τη γευση του στο στομα μου - ειναι ενα ονειρο και αισθανομαι ηδη τη ζημια. Το επιδιωκω και εγω το φιλι, μας παρασερνει σ'εναν κυκεωνα αμφιβολιας και ανασφαλειας, ερωτισμου και παθους, το θελαμε και οι δυο τοσο που βγηκε βιαστικο αλλα λυτρωτικο. Οσα φερνει ο χρονος. Μονο η μουσικη μου λειπει, μια τηλεταινια εχει ξεκινησει. Εκεινο το δευτερολεπτο μεταξυ του κτυπου της καρδιας και της απολυτης ελευθεριας απο τα γηινα ειναι πλεον μελωδικο και ηχει στα αυτια μας. Ωρες μετα αυτη η μουσικη ηχει στα αυτια μας, απελευθερωνει ομορφες μυρωδιες και μας παραλυει. Να'τανε το γιασεμι, το κρασι ισως, μαλλον η ομορφια της στιγμης, δεν ξερω. Ειναι ομως ενα γλυκο βραδυ που δεν θελω να τελειωσει.


Στη λεωφορο πρεπει να χωρισουμε, πρεπει να κανουμε πως φευγουμε για τα σπιτια μας και να σεβαστουμε το αυριο. Μου το ελεγε συχνα οτι το αυριο θα ειναι πιο δυσκολο και εγω του δηλωσα πως θα ηθελα να ειναι εκει να με προστατεψει, να ειναι εκει να με δει πως χαμογελαω. Χαμογελο, φεγγαρι, ανθοδεσμη. Κοβει ενα μικρο κλαδακι και μου το προσφερει. Εχει 5-6 μπουμπουκια που μεθυστικα τρυπανε τη στιγμη και χαραζονται στη μνημη. Με αγκαλιαζει, για τελευταια φορα εκεινο το βραδυ, και με διωχνει, πρεπει να φυγουμε. Η υπερβολη της στιγμης με παιδευει, η εννοια της στιγμης με λυτρωνει και παλι με ανεβαζει σ'ενα αλογο που με περναει μεσα απο βασιλικους κηπους οπου ολοι οι ευγενεις κυνηγουν ελαφια και φασιανους. Ειμαι σ'ενα ονειρο, το ζω και μου κανει καλο. Φερνω στο μυαλο τα τραγουδια του που σιγοψιθυριζε στο αυτι μου. Περπαταω προς το σπιτι. Ο κοσμος ακομη και τωρα δημιουργει βαβουρα, τρωει σε γυραδικα, κυριαρχει μια σιωπη μα και μια φασαρια. Λες και ολοι ξερουν το μυστικο. Τα παντα με ρωτουν. Τωρα?

"Αποψε η κιθαρα μου ηταν πολυχρωμη και χαρουμενη. Σ'ευχαριστω"

7.5.07

sans frontiers


Η συναντηση απλη, χωρις ονομα, χωρις περιπλοκες, ανεπαφη απο τις δυσκολιες της καθημερινοτητας αφου ειχε προηγηθει ηδη μια βιβλικη καταστροφη στο γραφειο. Τις τελευταιες μερες, ολοενα και περισσοτερες καταστροφες τυγχαινουν - "... κατι προεκυψε...". Το απογευματακι ξεκινησε να γλυκαινει, να ισορροπει μεταξυ κουρασης και αμαρτιας αφου οι πλειστοι ετρεχαν δεξια αριστερα να προλαβουν τις τελευταιες δουλειες τους αλλα και να πνιξουν τον πονο τους σ'ενα ποτηρι κρασι. Καποτε ητανε ενα κρασι, μια θαλασσα και ενα αγορι. Τωρα κυριαρχει η μεθη του μεσονυχτιου, η αλκοολη που ρεει σαν ωκεανος και τα αγορια που σε περιτριγυριζουν με απαθεια. Ο Ν. μου ειχε μιλησει γι'αυτον, ο συναγωνισμος της καθημερινοτητας με το εξαιρετο υλικο της ανθρωπιας εγιναν ενα. Το δρομακι που μας οδηγησε στο διαβα του, ενα στενοσοκακο με μικρες αποτυπωσεις ρουτινας. Η γευση της νυκτας παρουσα οπως παντα - ενα βραδυ γεματο μυρωδιες απο γυραδικα, σακουλες και χαρτοπετσετες στο δρομο, μια ανεπαναληπτη συναυλια ερωτισμου που οδηγει στα υπογεια που ειναι η θεα. Τα υπογεια μαγαζια οπου η ομορφια του να φλερταρεις, να αγγιζεις και να χαιδευεις αυρες εχει μεταλλαχτει σε ασχημια, βρωμια και κακοσμια. Καθως κατεβαζω το χερι μου με το τσιγαρο με φωναζει μια φωνη, απαγγελει το ονομα μου με το χαρακτηριστικο μελωδικο του τροπο. Δυο ξενοι σ'ενα καφε, κανουν χειραψια και χαμογελανε ευγενικα. Τα ματια στρεφουν το βλεμμα τους προς το τσιγαρο που σιγοκαιει - μια ορδη καπνου αγκαλιαζει το χερι μου και το περικλειει σαν χειροπεδες. Η επαφη αμεση. Το χερι του ζεστο και σταθερο. Δεν ειναι η δυναμη της χειραψιας αλλα και το ζεστο χερι, δεν ειναι ιδρωμενο, διστακτικο αλλα πολυ σταθερο και εξηγημενο. Αμεσως σου εμπνεει μια εμπιστοσυνη. Οι καληνυχτες εκδηλωθηκαν και το αργοτερο σ'ενα δεκαλεπτο χαζευα τις απεναντι βιτρινες και εψαχνα απεγνωσμενα για την επομενη μου εμφανιση. Το μυαλο μου ομως, σαστισε, σταματησε για λιγο και εκδηλωσε σημεια προηγουμενης εμπειριας - μιας συναντησης που κατι μου ψιθυριζε στο αυτι. Καποια υπογεια φωνη ελεγε οτι σε μια αλλη στιγμη εμεις οι δυο ειχαμε γνωριστει - οτι ειχαμε ενα κοινο σημειο.

Ολα πανακριβα. Οι τιμες και το ζαχαρο μου στις ιδιες αξιες. Ανελεητο παιχνιδι του ευρω μεσα απο δολοπλοκιες των υστερικων καταστηματαρχων - η δοση του αυτοκινητου σου το παντελονι μου. Το ξενοδοχειο μου το φαγητο μιας βδομαδας για σενα. Κατηφορισαμε προς "Χρυσοψαρο", η μυρωδια της κουζινας της Δ. μας τραβαει εκει τις περισσοτερες Παρασκευες. Θα ειχαμε παρεα και εγω χαρηκα πολυ. Αν ειναι κατι που επιταγχυνει το χαμογελο μου, αυτο ειναι σιγουρα μια νεα γνωριμια, ενας εξαιρετος ανθρωπος, μια ηρεμη δυναμη. Κανοντας τη στροφη τον ειδα απο μακρυα να χαμογελα - να αιωρειται αγαλι αγαλι πανω απο το δρομο τον πεζων, σαν κοινος θνητος αλλης εποχης. Δεν δυναμαι να τοποθετησω την ομορφια της αυρας του προς αποφυγην παρεξηγησεως - γινομαι ανελεητα ρομαντικος στις περιγραφες μου. Η Δ. μας καλωσορισε οπως παντα, με ενα χαμογελο, με φιλι ακομη αυτη τη φορα - οι αυρες ταξιδευουν και γινονται ενα. Βλεπω μια γατα να κρεμμεται απο το κλημα και να ταλαντευεται με αυτοπεποιθηση ωσαν το Ταρζαν. Αμεσως η κουβεντα περιστρεφεται γυρω απο τα ατομα μας, ενα προκαταρτικο ερωτικο παιχνιδι μιας πρωτης συναντησης οπου η Δ. γνωριζει το Θ. και εγω γνωριζω το μεγαλειο. Μεγαλωνοντας, ηθελα παντα να βοηθησω τον κοσμο - ενα σπουργιτι με κομμενο το φτερο, ενα ζευγαρι ματια που σε κοιταν κουρασμενα και νηστικα, ενας παππους στην εντατικη και μετα στο νεκροταφειο. Η ροη των γεγονοτων στο μυαλο μου εχει καποια αξια, στον προλογο μου την χανει λιγο αλλα μετα ξεσηκωνεται και θεριευει. Στις συζητησεις στο σχολειο ετοιμος να υπερασπισω δικαιωματα και μειονοτητες - χαζα ανεκδοτα που μειωναν τους διπλα μου, μου εφερναν δυσαρεσκεια και αναστατωση. Ο Θ. χαμογελασε ενα γλυκο χαμογελο, ανεπνεε τον αερα και μαζι του εισεπνεε τις μυρωδιες της κουζινας της Δ. και το κλημα ειχε γυρει απο πανω μας. Επεσε το γατι, ειχε πολυ υπερηφανεια φαινεται. Δεν μου εκανε εντυπωση που μου αρεσε ο Θ. Δεν θα προσδιορισω το πως μου αρεσε - δεν θα το τοποθετησω και πανω απ'ολα δεν θα το μετρησω. Η συζητηση μακραινει - μιλαμε για το εργο του, τη δουλεια μου, τη ζωη εκει μακρυα στη χωρα τη ξενη που ητανε τοσους μηνες. Το ζηλευω αυτο που εχει κανει - θελω να το κανω και εγω, μαζι του αν γινεται, με τοσους αλλους σαν κι'αυτον που χαρακτηριζουν ενα αλλο ειδος. Σιγουρα προς εξαφανιση... Ρομαντικος? Κυνικος? Ανελπιστα ιδεαλιστης και πανω απ'ολα αλτρουιστης? Μου κανει εντυπωση η ηρεμια του - ακομη και μετα την επιστροφη του στη ζουγκλα.

Περπατησαμε προς ενα καφε - ειδαμε κοσμο και χαιρετησαμε γνωστους. Μεθυσμενοι απο τη συζητηση, κοιταχτηκαμε στα ματια, στη ψυχη και μιλησαμε για πολλα. Με αγγιξε - με εκανε να ιδρωσω στις παλαμες, να κτυπησω δεκα φορες πιο δυνατα και πιο εντονα την καρδια. Και ολα αυτα γιατι μ'αρεσουν οι ωραιοι ανθρωποι. Ανθρωποι που ειναι τοσο ελευθεροι που κανενα παθος ή κανενας ποθος δεν τους κραταει στη γη. Τα ποδια τους μπορει να αγγιζουν το πατωμα αλλα το μυαλο και η καρδια ειναι ψηλα - σχεδον τιτιβιζει με τα πουλια. Ειναι το χαμογελο ενος παιδιου - ειναι η αθωοτητα και η αγνοτητα ενος παιδιου. Αν ηταν νερο, θα ηταν κρυσταλλινο, θα ηταν γαργαρο και δυνατο. Δυνατο αλλα ησυχο - σιωπηλο αν γινεται. Η δροσια του ειναι απεριγραπτη - οταν σ'ενα κοσμο τοσο βρωμικο και κατασταλαγμενο στο σκουπιδι, βρισκεις κατι τοσο καθαρο. Ενας ανθρωπος χωρις συνορα!

Δυστυχως ξερω την ασχημια της ζωης - την ασχημια που μπορει να περιβαλει και ενα τετοιο ανθρωπο. Ισως να εχει περιβαλει και εμενα το ιδιο ακριβως κακο - μια μερα, ενα μηνα, εξη μηνες. Ισοβια. Ειναι εκει και το ξερω, δεν με καθιστα υπευθυνο, ουτε υπολογο αλλα παρων. Ημουνα και εγω σ'εκεινο το δωματιο ξενοδοχειου. Ημουνα και εγω σ'εκεινο το bar. Με κοιταει και λεμε καληνυχτα. Δοξα τω Θεω για τετοιους ανθρωπους.

11.4.07

perfect strangers


the weekend was to be spent with 6 other people. a variety, a multi layered group of unconventional 30-somethings. the house was by the beach, yawning lazily under the sun. the garden was beautiful in its colourful splendour and i touched the petunias thankfully. the touch yearning for more than flowers. the porch big, almost spreading into the seafront, welcoming the hungry souls. more butter pecan cookies, some lamb, shavings of parmesan and connaiseurs of trouble. the rites of passage. the inconvinient growing up to be different. coffee was to be taken outdoors. the sun, still blazing even higher, some scents unfamiliar and extreme eagerness to change out of these clothes. A was toying with N. G was mindful of the house chores and S along with M were taking a walk.

the sounds of summer were already touching base with us.

later on that night the unveiling began. having fun with people is excellent. having fun with people who are so different yet so similar is an exciting prosect. there was teasing. some moments of awkwardness and stiffness. we were just beginning to familiarise ourselves with each other. how does M take her coffee? how does G sleep at night and does D snore? the answer is yes by the way.... the windows were thrown open. the coffee was resting in our mugs and some delicious fruit surfaced. ice tea would be a treat right now. i thought of those afternoons in new york. it was never the same, it didnt quite taste the same since. basil with lemon. vanilla and trimmings of jasmin. the night was to be glorious. stars and stars aligned themselves with my hope for a resurrection. the brighter ones overshadowing the little ones. some were fooling around and fell off the sky. i made a wish.

the church was lit up like a birthday cake candle. some were chatting, others were listening to the priest's desperate endeavour with the holy. the old woman in the corner is praying and as i look up at the bells my neck cracks. some unexpected sounds from the altar. a fire starts next to us, judas is to be burnt. scapegoats were always in fashion. these days especially since the mighty blame the poor and vice versa. kids are buzzing around the fire, the priest is furthering his anxiety and some youngsters are flirting. kids today. i sigh.

later on that night dinner was delicious. lamb was served in extreme portions, the red painted eggs were rolling around in the baskets and the wine tickled our tongues. i am sitting across from D. i tell them about my egg. it was in second grade and i bet they wont forget it. when little, you seek for friendship. when older you seek and hope to find companionship. when does one know? when does one stop to pursue this? does it ever come to an end or is this danielle steel novel without an ending? i smoke too much. its not good - i'm nervous. why?

later on that evening we decide to play. play with words. with each other. i learn from this and i enjoy learning. some therapy sessions later and having S conduct and mildly orchestrate the conversation i hit my head on a wall. its like the chinese wall. long and restrictive. there's an attarction. he might not even know. then there's acknowledgement.

"you are creating some memories this weekend...."

what is it about perfect strangers? is anonymity sacred and should therefore be the basis of a common understanding between two souls seeking companionship? I admire his aura, his hands as they wave about. he speaks mildly and gently and then rises to a crescendo like a flower looking towards the sun. he can be loud too. whats loud though is his voice in my head. the sound of his laughter. he teases me and i enjoy that. i smoke too much. i have a sip of my drink. i really shouldnt have had that extra serving of champignons. butterflies or champignons? questions and answers. we play truth or dare. the sound of a chair awakens me. G gets up to go to the toilet. he really has worked hard today. preparing a meal and everything.

all these memories. i feel like a jar of honey. there's a sweet sensation inside. i think it might be showing on the outside. is this me? or is it him? hoping it could be us.

here's to hope
here's to the unexpected